ΑρχικήRetailΙΕΛΚΑ: Στα 26 δισ. ευρώ η ετήσια δαπάνη των Ελλήνων για είδη...

ΙΕΛΚΑ: Στα 26 δισ. ευρώ η ετήσια δαπάνη των Ελλήνων για είδη παντοπωλείου

  • Στα 26 δισ. ευρώ η ετήσια δαπάνη των Ελλήνων για είδη παντοπωλείου
  • Αλλάζει το διατροφικό καλάθι των Ελλήνων: λιγότερο κόκκινο κρέας, πλήρες γάλα, ελαιόλαδο και ζάχαρη – περισσότερα πουλερικά, γιαούρτι και αυγά
  • Κατά 13,3% χαμηλότερη η θερμιδική αντιστοιχία των αγορών τροφίμων σε σχέση με το 2008
  • Στο 12,8% η παχυσαρκία στην Ελλάδα – το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ

Οι διατροφικές και καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων έχουν μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, τόσο ως προς το ύψος και τη σύνθεση της δαπάνης όσο και ως προς τις ποσότητες και το είδος των προϊόντων που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Με αφορμή την Ημέρα Διατροφής 2026 (16 Οκτωβρίου), το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) αναλύει τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛ.ΣΤΑΤ., εξετάζοντας την εξέλιξη των αγορών από το 2008 έως το 2025.

Η ανάλυση καταγράφει μία σταδιακή αναδιάρθρωση του οικογενειακού προϋπολογισμού και σημαντικές μεταβολές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού.

Στα 26 δισεκατομμύρια ευρώ εκτιμάται η ετήσια δαπάνη των Ελλήνων για είδη παντοπωλείου[1]

Η συνολική ετήσια δαπάνη για είδη παντοπωλείου εκτιμάται σε περίπου 25,7 δισ. Ευρώ σε όλα τα σημεία πώλησης. Το μεγαλύτερο μέρος αφορά είδη διατροφής, με ετήσια δαπάνη περίπου 18,1 δισ. ευρώ, ενώ περίπου 1,0 δισ. ευρώ αφορά μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ αλκοολούχα ποτά. Παράλληλα, σημαντικό μέρος του συνολικού καλαθιού αφορά μη τρόφιμα, με περίπου 1,7 δισ. ευρώ να αντιστοιχούν σε είδη οικιακής φροντίδας και 2,3 δισ. ευρώ σε είδη προσωπικής φροντίδας. Η εικόνα αναδεικνύει το εύρος των αγορών που πραγματοποιούν τα ελληνικά νοικοκυριά μέσω των καναλιών λιανεμπορίου ειδών παντοπωλείου, πέρα από τις αμιγώς διατροφικές τους ανάγκες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης, η συνολική ετήσια δαπάνη κατά κεφαλήν διαμορφώθηκε το 2025 σε 9.216 ευρώ, αυξημένη κατά 5,5% σε σχέση με το 2024. Η δαπάνη για είδη παντοπωλείου ανήλθε σε 2.433 ευρώ κατά κεφαλήν, παρουσιάζοντας μικρότερη αύξηση, κατά 3,9%. Ειδικότερα, η δαπάνη για είδη διατροφής αυξήθηκε κατά 4,1%, για μη αλκοολούχα ποτά κατά 3,6% και για αλκοολούχα ποτά κατά 8,1%. Στα μη τρόφιμα, η δαπάνη για είδη οικιακής φροντίδας αυξήθηκε κατά 8,7%, ενώ για είδη προσωπικής φροντίδας μειώθηκε κατά 2,9%.

Η αύξηση της δαπάνης για είδη παντοπωλείου το 2025 ήταν επομένως χαμηλότερη τόσο από την αύξηση της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης (+5,5%) όσο και από την αύξηση των καθαρών αποδοχών στα δύο ενδεικτικά νοικοκυριά που εξετάζονται. Οι καθαρές αποδοχές ενός άγαμου χωρίς παιδιά με αποδοχές ίσες με το 100% των μέσων αποδοχών αυξήθηκαν κατά 7,3% το 2025, ενώ σε ζευγάρι με δύο εργαζόμενους και δύο παιδιά, με αποδοχές και των δύο ίσες με το 100% των μέσων αποδοχών, αυξήθηκαν κατά 9,4%. Αντίθετα, μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφονται σε άλλες βασικές κατηγορίες του οικογενειακού προϋπολογισμού, με τη δαπάνη για στέγαση να αυξάνεται κατά 8,3%, το ενοίκιο κατά 14,4% και την εστίαση κατά 6,1%.

Η σύγκριση δείχνει ότι το 2025 η δαπάνη για είδη παντοπωλείου αυξήθηκε με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό από τις καθαρές αποδοχές των δύο ενδεικτικών τύπων νοικοκυριού. Παράλληλα, η εξέλιξη των επιμέρους δαπανών δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς σημαντικά υψηλότερες αυξήσεις καταγράφονται κυρίως στο κόστος στέγασης και ιδιαίτερα στα ενοίκια.

Σημαντική αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης την τελευταία δεκαεπταετία

Το Σχήμα 1 αποτυπώνει τη σημαντική αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης την τελευταία δεκαεπταετία. Η συνολική ετήσια δαπάνη κατά κεφαλήν μειώθηκε έντονα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, από 9.518 ευρώ το 2008 σε χαμηλό 6.267 ευρώ το 2020, και στη συνέχεια ανέκαμψε, φτάνοντας το 2025 στα 9.216 ευρώ, χωρίς ακόμη να έχει επανέλθει σε ονομαστικούς όρους στα επίπεδα του 2008. Οι επιμέρους κατηγορίες ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές. Η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά αποδείχθηκε περισσότερο ανελαστική κατά την περίοδο της κρίσης, ενώ τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει ανοδική πορεία. Ιδιαίτερα έντονη είναι παράλληλα η αύξηση της δαπάνης για στέγαση και εστίαση μετά το 2020 και την πανδημία.

Η σύγκριση με το 2008 αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις διαφορετικές μεταβολές μεταξύ των βασικών κατηγοριών δαπάνης. Το 2025 η συνολική δαπάνη των νοικοκυριών βρίσκεται περίπου 3% χαμηλότερα από το 2008, ενώ η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά είναι περίπου 20% υψηλότερη. Πολύ μεγαλύτερη είναι όμως η μεταβολή στον ηλεκτρισμό, ο οποίος βρίσκεται σε επίπεδο υπερδιπλάσιο του 2008 και στα ενοίκια με αύξηση 36%. Αντίθετα, η συνολική δαπάνη για καύσιμα βρίσκεται κοντά στα επίπεδα της αρχής της περιόδου. Η εικόνα επιβεβαιώνει ότι οι πιέσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό δεν είναι ομοιόμορφες, αλλά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ως προς τη σύνθεσή τους κατά την τελευταία δεκαεπταετία.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα όταν εξετάζεται η συμμετοχή κάθε κατηγορίας στον συνολικό οικογενειακό προϋπολογισμό. Το ποσοστό της δαπάνης για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκε κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και κορυφώθηκε στην πανδημία το 2020 στο 23,1%, έναντι 16,4% το 2008. Έκτοτε ακολουθεί πτωτική πορεία και το 2025 διαμορφώνεται στο 20,4%, από 20,7% το 2023 και το 2024. Πρακτικά από το 2012 και μετά, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, και παρά τις όποιες ανατιμήσεις η δαπάνη των νοικοκυριών σε τρόφιμα παραμένει περίπου στο 20-21% των συνολικών δαπανών.

Αντίθετη πορεία παρουσιάζει η στέγαση, η οποία απορροφά πλέον 14,7% της συνολικής δαπάνης έναντι 11,8% το 2008 και 14,1% το 2023. Παράλληλα, η εστίαση έχει επανέλθει και ξεπεράσει τα προ πανδημίας επίπεδα, φτάνοντας το 10,7% της συνολικής δαπάνης το 2025. Τα στοιχεία δείχνουν επομένως ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η σχετική επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού από τη στέγαση και την εστίαση, ενώ η συμμετοχή της διατροφής παρουσιάζει σταθεροποίηση και ελαφρά αποκλιμάκωση.

Αλλαγές στη διατροφή

Ακόμα πιο ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία των αγοραζόμενων ποσοτήτων, τα οποία καταγράφουν σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού των ελληνικών νοικοκυριών. Η σύγκριση των στοιχείων του 2025 με το 2008 και το 2015 δείχνει ότι οι μεταβολές δεν είναι ομοιόμορφες, αλλά αποτυπώνουν σημαντικές μετατοπίσεις μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων:

  • Στις βασικές πηγές υδατανθράκων καταγράφεται διαφοροποιημένη εικόνα. Η ποσότητα ψωμιού και ειδών αρτοποιίας είναι μειωμένη κατά 12,3% σε σχέση με το 2008, ενώ αντίθετα τα δημητριακά εμφανίζουν αύξηση 32,3% και τα ζυμαρικά 10,3%. Πρόκειται επομένως περισσότερο για μεταβολή της σύνθεσης των αγορών παρά για μία ενιαία τάση περιορισμού των υδατανθράκων. Ανακοίνωση Τύπου Οκτωβρίου 2026
  • Στις ζωικές πρωτεΐνες παρατηρείται σαφής μετατόπιση μεταξύ κατηγοριών. Το βόειο κρέας μειώνεται κατά 29,2% σε σχέση με το 2008, τα αλλαντικά κατά 35,4%, τα ψάρια κατά 14,6% και τα θαλασσινά κατά 37,2%. Στον αντίποδα, τα πουλερικά αυξάνονται κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,9 κιλά ανά άτομο ετησίως.
  • Στα γαλακτοκομικά καταγράφεται επίσης σημαντική αλλαγή της σύνθεσης των αγορών. Το πλήρες νωπό γάλα μειώνεται κατά 42,5% και το συντηρημένο κατά 60,0%, ενώ το γάλα χαμηλών λιπαρών αυξάνεται κατά 38,0% και το γιαούρτι κατά 31,0%, ενώ πλέον εμφανίζονται και τα φυτικά γάλατα. Ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση παρουσιάζουν τα αυγά, κατά 66,6% σε σχέση με το 2008.
  • Στα λίπη και έλαια ξεχωρίζει η μείωση των αγοραζόμενων ποσοτήτων ελαιολάδου κατά 34,8% έναντι του 2008 και κατά 40,2% έναντι του 2015. Η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να εξετάζεται και σε συνδυασμό με τη διαχρονική μεταβολή των τιμών, αλλά και των καταναλωτικών συνηθειών και δεν μπορεί από μόνη της να αποδοθεί σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα.
  • Στα φρούτα και λαχανικά η εικόνα είναι επίσης μικτή: οι ποσότητες φρούτων μειώνονται κατά 8,9% σε σχέση με το 2008, ενώ τα λαχανικά παραμένουν ουσιαστικά σταθερά (+1,0%). Τα όσπρια αυξάνονται κατά 23,5% και οι ξηροί καρποί κατά 11,0%. Αντίθετα, σημαντική μείωση καταγράφεται στις πατάτες (-24,2%). Ανακοίνωση Τύπου Οκτωβρίου 2026
  • Εντυπωσιακή είναι η αλλαγή στις κατηγορίες γλυκών και έτοιμων τροφίμων. Η αγορά ζάχαρης έχει περιοριστεί κατά 53,5% σε σχέση με το 2008, ενώ αυξάνονται το μέλι και οι μαρμελάδες (+68,9%), οι σοκολάτες (+9,3%) και τα παγωτά (+20,2%).
  • Παράλληλα, ιδιαίτερα ισχυρή είναι η ανάπτυξη των έτοιμων γευμάτων, από μόλις 0,24 κιλά κατά κεφαλήν το 2015 σε 3,34 κιλά το 2025, εξέλιξη που αποτυπώνει τη στροφή σε λύσεις μεγαλύτερης ευκολίας και ταχύτητας.

Οι αγοραζόμενες ποσότητες αντιστοιχούν σε λιγότερες θερμίδες, αλλά όχι κατ’ ανάγκη σε μικρότερη θερμιδική πρόσληψη

Μία πρόσθετη προσέγγιση της ανάλυσης αφορά την εκτίμηση της θερμιδικής αντιστοιχίας των ποσοτήτων που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Με βάση ενδεικτικές μέσες θερμιδικές τιμές ανά κατηγορία προϊόντος, οι καταγεγραμμένες αγορές των συγκεκριμένων κατηγοριών αντιστοιχούν σε περίπου 1.915 kcal ημερησίως ανά άτομο το 2025, έναντι 2.149 kcal το 2015 και 2.210 kcal το 2008. Πρόκειται για μείωση κατά 13,3% σε σχέση με το 2008 και 10,9% σε σχέση με το 2015.

Το εύρημα αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως αντίστοιχη μείωση της πραγματικής θερμιδικής πρόσληψης του πληθυσμού. Τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών καταγράφουν αγορές και απολαβές τροφίμων και όχι την πραγματική κατανάλωση από κάθε άτομο. Δεν αποτυπώνουν με τον ίδιο τρόπο τη σπατάλη τροφίμων, τη διατροφή εκτός σπιτιού ούτε όλες τις πιθανές πηγές πρόσληψης θερμίδων. Συνεπώς, η συγκεκριμένη εκτίμηση αποτελεί κυρίως δείκτη της μεταβολής στη σύνθεση και στις ποσότητες του καλαθιού τροφίμων που εισέρχεται στο νοικοκυριό και όχι μέτρηση της διατροφικής ή θερμιδικής πρόσληψης των Ελλήνων.

Η μεγαλύτερη αξία του δείκτη βρίσκεται επομένως στη διαχρονική σύγκριση. Η μείωση προκύπτει κυρίως από κατηγορίες με σημαντική θερμιδική συνεισφορά, όπως το ψωμί και τα αρτοποιήματα, το ελαιόλαδο, η ζάχαρη, το τυρί και ορισμένες κατηγορίες κρέατος, ενώ αντίθετα αυξάνεται η συνεισφορά άλλων κατηγοριών, όπως τα πουλερικά, το γιαούρτι, τα αυγά και τα έτοιμα γεύματα.

Η Ελλάδα έχει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό παχυσαρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για την παχυσαρκία. Το 2025 το 12,8% του ενήλικου πληθυσμού στην Ελλάδα καταγράφεται ως παχύσαρκο, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 16,3%. Η Ελλάδα καταγράφει το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, μετά την Ιταλία (7,0%), ενώ ακολουθεί η Ρουμανία (12,9%). Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον και σε συνδυασμό με τις σημαντικές αλλαγές που καταγράφονται στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού των ελληνικών νοικοκυριών. Ωστόσο, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ των μεταβολών στις αγοραζόμενες ποσότητες τροφίμων και της εξέλιξης της παχυσαρκίας, καθώς πρόκειται για διαφορετικούς δείκτες και διαφορετικές πηγές δεδομένων.

Συνολικά, τα στοιχεία καταγράφουν μία ουσιαστική μεταβολή του διατροφικού και καταναλωτικού προτύπου των ελληνικών νοικοκυριών την τελευταία δεκαεπταετία. Οι αλλαγές δεν χαρακτηρίζονται από μία ενιαία κατεύθυνση, αλλά από μετατοπίσεις μεταξύ προϊόντων και κατηγοριών, καθώς οι καταναλωτές προσαρμόζουν σταδιακά το καλάθι τους στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και διατροφικές συνθήκες. Παράλληλα, παρά τις σημαντικές μεταβολές στις τιμές και στον οικογενειακό προϋπολογισμό τα τελευταία χρόνια, η διατροφή εξακολουθεί να απορροφά περίπου το ένα πέμπτο της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, ποσοστό που παραμένει σχετικά σταθερό από το 2012 και μετά, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας.

[1] Η εκτίμηση βασίζεται στη δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών και περιλαμβάνει ΦΠΑ.

Σημειώνεται ότι η εκτίμηση των 25,7 δισ. ευρώ αφορά αποκλειστικά τη δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών και δεν περιλαμβάνει την πρόσθετη δαπάνη των περίπου 40 εκατ. ξένων επισκεπτών στη χώρα. (μία αρχική εκτίμηση είναι ότι αυτή ξεπερνάει το 1,5 δις. Ευρώ).

RELATED ARTICLES
- Advertisment -spot_img

Most Popular

Recent Comments