Ειδήσεις
Home / Top Slider / ΣΠΕΔΑΠ: Εντονη διαμαρτυρία για φημολογούμενη αύξηση στα ποτά

ΣΠΕΔΑΠ: Εντονη διαμαρτυρία για φημολογούμενη αύξηση στα ποτά

Tην έντονη διαμαρτυρία και τη βαθιά αγωνία των μελών του για τη φημολογούμενη εδώ και τρεις περίπου εβδομάδες επιβολή επιπρόσθετης φορολογίας στα αλκοολούχα ποτά, εκφράζει το Συμβούλιο Παραγωγών & Εταιρειών Διακίνησης Αλκοολούχων Ποτών (Σ.Π.Ε.Δ.Α.Π.).

Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση: “Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ανακυκλώνουν διαρκώς φήμες περί αύξησης φόρων στα αλκοολούχα ποτά, οι οποίες εδράζονται στις συνεχείς δηλώσεις στελεχών της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. –ενίοτε και υπουργών. Ο καταιγισμός από αλληλοαντικρουόμενα μηνύματα οδηγεί τον κλάδο μας σε διαρκή αβεβαιότητα και σφοδρή ανησυχία για τη βιωσιμότητα του συνόλου των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη αλυσίδα αξίας του.

Το ενδεχόμενο συνέχισης μίας ατελέσφορης πολιτικής επιλογής με την, εκ νέου, κλιμάκωση της ήδη υψηλής φορολογίας στα αλκοολούχα ποτά θα βάλει ταφόπλακα σε ενδεχόμενο ξεκλείδωμα της αναπτυξιακής δυναμικής του κλάδου. Υπενθυμίζουμε ότι ο κλάδος των αλκοολούχων ποτών αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα των δριμύτατων επιπτώσεων της έως σήμερα αποδεδειγμένα αναποτελεσματικής πολιτικής υπερφορολόγησης. Την περίοδο της κρίσης ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης Οινοπνευματωδών Ποτών (ΕΦΚΟΠ) αυξήθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις κατά 125% (!), ενώ ο ΦΠΑ σκαρφάλωσε στο 23% από το 19% με αποτέλεσμα ο ειδικός φόρος στα αλκοολούχα ποτά να είναι ο υψηλότερος στην ΕΕ με βάση το διαθέσιμο εισόδημα και ο πέμπτος υψηλότερος σε απόλυτους αριθμούς.

Οι υψηλότατες αυτές αυξήσεις προκάλεσαν αφενός συρρίκνωση του αποτυπώματος του κλάδου (μείωση της ελληνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών κατά 10% και μείωση των νόμιμων πωλήσεων αλκοολούχων ποτών κατά 45,7%), αφετέρου έξαρση του παράνομου εμπορίου και του λαθρεμπορίου, καθώς οι γειτονικές χώρες έχουν επιβάλλει 5 φορές μικρότερο ΕΦΚΟΠ. Επιπρόσθετα η υψηλή φορολόγηση σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος έστρεψαν τους καταναλωτές σε κατηγορίες οινοπνευματωδών ποτών, οι οποίες απολαμβάνουν μηδενικής φορολόγησης, είτε σε κατηγορίες που φοροδιαφεύγουν στο σύνολο της αλυσίδας διάθεσης (π.χ. χύμα τσίπουρο/χύμα κρασί).

Η πολιτική υπερφορολόγησης είχε ως αποτέλεσμα τα αλκοολούχα ποτά να συνεισφέρουν το 80% των ειδικών φόρων για μόλις 19% της αλκοόλης η οποία καταναλώνεται στη χώρα μας μέσω αυτής της κατηγορίας οινοπνευματωδών. Την ίδια ώρα, ωστόσο, εξαιτίας της ανισορροπίας στην αγορά και της συνεπακόλουθης έξαρσης του λαθρεμπορίου τα διαφυγόντα έσοδα από φόρους εκτινάχθηκαν. Τα αποτελέσματα έγιναν άμεσα ορατά. Την περίοδο 2009-2012(των αυξήσεων) συρρικνώθηκε ο κλάδος της ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων παραγωγής κατά 9,4% (από 233 νόμιμες επιχειρήσεις το 2010, το 2013 έφτασαν να λειτουργούν 213 και βαίνουν συνεχώς μειούμενες), χάθηκαν περισσότερες από 20.000 θέσεις εργασίας στην αλυσίδα αξίας του κλάδου μας, ενώ τα διαφυγόντα δημόσια έσοδα από τη μη καταβολή του ΕΦΚΟΠ και τις απώλειες ΦΠΑ από λαθραία διακινούμενα αλκοολούχα ποτά υπολογίζονται περί τα 130 εκατ. ευρώ ετησίως. Αντίστοιχα, οι διαφυγόντες φόροι από την παράνομη παραγωγή και διακίνηση τσίπουρου διημέρων εκτιμάται ότι ανέρχονται περίπου στα 97 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η ακολουθούμενη από τις προηγούμενες κυβερνήσεις πολιτική υπερφορολόγησης απέτυχε παταγωδώς, όπως αναμενόταν, με τα δημόσια έσοδα να κυμαίνονται σε επίπεδο χαμηλότερο του 2009 –προ των αυξήσεων ΕΦΚΟΠ– τις στρεβλώσεις στην αγορά να εντείνονται και την εγκληματική δραστηριότητα να βρίσκει εύφορο έδαφος. Ως εκπρόσωποι του κλάδου καλούμε την κυβέρνηση να λάβει ξεκάθαρη θέση και να δώσει τέλος στην αγωνία τη δική μας και των εργαζομένων στην ευρύτερη αλυσίδα αξίας του κλάδου, λαμβάνοντας αποφάσεις με οικονομικούς και αναπτυξιακούς όρους, δηλαδή διορθώνοντας τις υπάρχουσες στρεβλώσεις, οι οποίες πράγματι θέτουν σε κίνδυνο τα έσοδα του κράτους, καθώς και αντιμετωπίζοντας το βασικό αίτιο διόγκωσης του λαθρεμπορίου με αποκλιμάκωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα αλκοολούχα ποτά, που ούτως ή άλλως σηκώνουν μέχρι τώρα όλο το φορολογικό βάρος. Ευελπιστούμε η κυβέρνηση να μείνει προσηλωμένη στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την απελευθέρωση επενδύσεων, προσφέροντας, μεταξύ άλλων, ένα σταθερό και δίκαιο φορολογικό πλαίσιο, καθώς κατ’ αυτόν τον τρόπο θα υπάρξει ελπίδα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και την ανακούφιση των βαρύτατα πληγέντων από την εξαετή οικονομική κρίση”.